Σάββατο, Δεκεμβρίου 20

Τα βράδια είναι όλα πιο δύσκολα...

Τα βράδια είναι όλα πιο δύσκολα. Όταν το δωμάτιο είναι σκοτεινό και άβατο κι εσύ μένεις μόνος στο κέντρο. Ψάχνεις το διακόπτη και δεν τον βρίσκεις. Θέλεις φως και δεν το βρίσκεις. Θέλεις ζωή και δεν τη βρίσκεις. Είναι χαμένη, χαμένη μέσα στα εκατοντάδες μόρια αέρα που πλανιούνται γύρω σου. Χαμένη και δεν τη βρίσκεις πια.
Τα βράδια εκείνα, που κάθεσαι κουλουριασμένος στην κουβέρτα και σκέφτεσαι. Και αγγίζεις τους ώμους σου με τα χέρια σου. Κλείνεις τα μάτια και λες…ας ήταν εκείνος…Κρύβεις το πρόσωπό σου στα γόνατά σου, λες και θα σε έσωζε ποτέ αυτό από το κρύο δωμάτιο γύρω σου, από την απόλυτη μοναξιά, από τα δάκρυα που σε πλησιάζουν από παντού. Χιλιάδες, εκατομμύρια δάκρυα, από τα βάθη της ψυχής σου, από το άπειρο του σύμπαντος, από σένα. Μα ποιος σε βλέπει, ποιος σε ακούει, ποιος ξέρει πως κλαις και γιατί, ποιος νοιάζεται να μάθει? Είσαι μόνος, ακούς? Μόνος, στο απόλυτο σκοτάδι, χαμένος, πνιγμένος από τα ίδια σου τα δάκρυα. Τα χέρια σου τρέμουν, αλλά τί σημασία έχει…Τί σημασία έχει και για ποιόν…
Είναι τα δύσκολα βράδια που δε θέλεις να σκέφτεσαι και να υπάρχεις, να σκέφτεσαι πως υπάρχεις. Φοβάσαι, εκείνους που σου ζητούν πολλά που δεν αντέχεις, εκείνους που είναι πολύ σκληροί μαζί σου κι εκείνους που…ακούς? Εκείνους που δεν ξέρουν πόσο πονάς και νομίζουν πως είσαι καλά. Τότε νιώθεις κάθε ήλιο χωρίς φωτιά, κάθε χαμόγελο ανούσιο. Δεν υπάρχει ήλιος, δεν υπάρχει χαμόγελο, υπάρχεις μόνο εσύ, εσύ και τα δάκρυα και αυτοί, αυτοί που δεν ξέρουν, δε νιώθουν, δεν είναι κοντά σου.
Και αφού αφήσεις πολλά ζεστά ποτάμια να τρέξουν απ’ τα μάτια σου, εκείνα τα βράδια, θα σκεφτείς με τον εαυτό σου αν πρέπει τελικά να σηκώσεις το κεφάλι. Αν τολμάς να αντικρίσεις το απόλυτο σκοτάδι που σε περιτριγυρίζει, σε τρώει από παντού, σε απειλεί, δε βλέπεις κανέναν. Και όλοι αυτοί που δεν ξέρουν, δε νιώθουν, δε νοιάζονται, νομίζουν πως είσαι καλά…Τους νιώθεις τώρα μακριά σου, να φεύγουν. Εσύ τους διώχνεις, ναι, εσύ τους διώχνεις να φύγουν. Δε θέλεις να τους βλέπεις. Φύγετε όλοι, δε θέλω να σας βλέπω, χαθείτε στο σκοτάδι σας κι αφήστε με να χαθώ κι εγώ στο δικό μου.
Και μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σηκώνεις το κεφάλι και μέσα από τα θολωμένα σου μάτια βλέπεις μορφές, ζεστές μορφές, αυτές που ονειρευόσουν. Θυμάσαι, όμορφα βράδια, όχι σαν αυτό, άλλα βράδια, όμορφα. Όταν κι εσύ ήσουν άλλος, όταν η ζωή σου δεν είχε χαθεί ακόμα. Χάνεσαι στις όμορφες αναμνήσεις και γελάς ανάμεσα στα κλάματα και μετά ξανά θυμάσαι πως όλα αυτά τα έχασες και κλαις ανάμεσα στα γέλια, γι’ αυτά που έχασες, γι’ αυτά που απέκτησες, γι’ αυτά που ζεις αλλά δε θες να ζεις. Θες να χαθείς στο απόλυτο, ανυπόφορο πια σκοτάδι που σφίγγεται γύρω σου, σε αγγίζει, σε πιέζει, σε σπρώχνει να πέσεις.
Μερικά βράδια δε θες να ξημερώσουν. Μερικά βράδια αγαπάς το σκοτάδι που τυλίγει σώμα και ψυχή γιατί έτσι κανείς δε βλέπει, κανείς δεν ξέρει πως είσαι μόνος. Ακούς? Μόνος. Και φοβάσαι πως…Κάποια στιγμή θα πλησιάσει απειλητικά ο ήλιος, θα απλώσει τις εκτυφλωτικές του ακτίνες γύρω σου, πάνω σου, μέσα σου. Και θα πρέπει να ξεχάσεις τότε πόσο έκλαψες και πόσα σκέφτηκες εκείνο το βράδυ. Θα πρέπει να ξεχάσεις και να σηκωθείς. Ν’ ανοίξεις την κουρτίνα και ν’ αφήσεις το φως να σε λούσει. Εσένα, τα μάτια σου, κόκκινα, μεγάλα, κουρασμένα, εξαντλημένα. Τα χέρια σου τρέμουν ακόμα. Πήγαινε να πιεις λίγο νερό, να πεις ότι συνέρχεσαι. Αλλά πώς να συνέλθεις, που ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος κι εσύ τόσο μικρός. Και είσαι και μόνος, είσαι και κουρασμένος. Σου λείπει πολύ εκείνη η ζεστασιά. Πονάς, το ξέρω ότι πονάς. Αλλά ποιος ακούει, ποιος το ξέρει, ποιος νοιάστηκε σήμερα να μάθει αν πονάς. Όλα συνεχίζονται κι εσύ τυλιγμένος μένεις.
Εκείνα τα βράδια δεν περιγράφονται με λόγια. Μόνο με κραυγές και πονεμένα πρόσωπα και δάκρυα…Ατελείωτα δάκρυα, καυτά δάκρυα. Ζαλίζεσαι, πέφτεις. Πρέπει να σηκωθείς, σε παρακαλώ, σήκω. Σήκω και ξανασκέψου εκείνο το βράδυ, ποιος είχε δίκιο, εσύ ή το σκοτάδι. Ίσως να είχες εσύ. Ίσως το σκοτάδι. Ίσως τελικά, εκείνο το βράδυ, εκείνες τις στιγμές, εσύ και το σκοτάδι να ήσασταν ένα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 17

17 Νοέμβρη

videoΉθελα απλά να σου πω καληνύχτα. Ύστερα από τη σημερινή μέρα θα είσαι κουρασμένος. Το βλέπω στα μάτια σου, το ακούω στη φωνή σου. Κουρασμένος…Όχι, μη λες απαρηγόρητος. Όχι, μη λες τελειωμένος. Κουρασμένος.
Κι εγώ είμαι. Δεν κοιμήθηκα, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι αυτά που μου είπες εσύ, αυτά που έγιναν κι αυτά που θα γίνουν. Εκείνα που θέλησα να αλλάξω. Με μάτια ορθάνοιχτα είδα ένα όνειρο. Πως κοιτούσα ψηλά και έμενα στα λευκά και στα γαλάζια. Πως ήμουν ζεστή και δε φοβόμουν μην κρυώσω. Ήμουν στον ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, μπροστά στον ήλιο και πιο ψηλά, με τους αγγέλους, με τις δικαιωμένες καρδιές.
Και όταν ξύπνησα ήμουν ξανά στη γη, αυτήν που μου έδωσες εσύ, αυτήν που πρόδωσες. Ένιωσα τα χέρια μου να σφίγγουν τις γροθιές τους, τα χείλη μου να σουφρώνουν. Κοίταξα το όνειρο και κοίταξα κι εσένα. Και είπα γιατί. Στο είπα. Και ήταν ερώτηση με απάντηση μαζί.
Πόσο απέχει το όνειρό μου από σένα? Γιατί απέχει? Ποιος έφταιξε? Εγώ? Εσύ? Και οι δυο? Δεν ήθελα πολλά. Ήθελα απλά να σου πω καληνύχτα και να κοιμηθώ βαθιά. Μα δε με άφησες. Τρέμει η ψυχή μου απ’ το θυμό. Ακούω μελωδίες και φωνές, δε με νοιάζουν. Μου πήρες το όνειρο. Γιατί? Θέλω να κλάψω. Γιατί? Γιατί δε γελάω? Γιατί δεν είμαι ελεύθερη?
Εσύ που μου υποσχέθηκες. Εσύ που μου είπες θα είσαι εδώ. Εσύ που μου κρατούσες το χέρι, τώρα έφυγες. Νόμιζα πως είχαμε σωθεί. Μα τι σημασία έχουν αυτά που νόμιζα…
Η ζωή μου είναι το φως. Το όνειρο. Η νέα μέρα στο παράθυρο. Και έχω τα πατζούρια κλειστά. Μέρες, μήνες, χρόνια τώρα. Το μέσα μου πια καίγεται, το ζώνουν οι φλόγες. Άνοιξε, ξεκλείδωσε, κάψε τα πατζούρια.
Γιατί? Γιατί εσύ και όχι εγώ? Γιατί εγώ και όχι εσύ? Γιατί όχι και οι δυο μαζί? Γιατί χάθηκε το χέρι σου εκείνο το βράδυ? Εμείς που ονειρευτήκαμε. Και σήμερα ονειρεύομαι εγώ μονάχα.
17 Νοέμβρη γράφω ιστορία. Καληνύχτα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 1

Γέννηση.

Κι επέστρεψα ξανά εδώ, ξανά να βρεθώ ανάμεσα στ’ αγαπημένα. Πού ήσουν τόσες μέρες, μήνες…Πού ήσουν τόσον καιρό, αγαπημένη και γιατί? Γιατί άφησες ξανά τον εαυτό σου να χαθεί, γιατί σταμάτησε εκείνο το ορμητικό νερό να είναι η απόλαυση της ελευθερίας σου, παρά έμεινε να γίνεται το βάρος, εκείνο που σε τραβούσε από ‘κει….Όχι, από ‘κει….Όχι, από ‘κει…
Κι επέστρεψα ξανά εδώ, ξανά για να αποδείξω πως η ζωή δεν σταματά στα λάθη, η ψυχή δεν πληγώνεται στον πόνο, παρά μόνο κομμάτι κομμάτι συσσωρεύεται, ρίχνει απαλά το βελούδινο σεντόνι και σκεπάζεται και ξυπνά το πρωί αγέρωχη, μεγάλη, πέτρινη. Και καθώς τεντώνει το καταρρακωμένο της κορμί και μαζεύει τα μαλλιά σε κότσο του αυχένα, τα μάτια της στρέφονται ξανά στον ήλιο, στη ζέστη, στο φως, καλημέρα, καλό κουράγιο.
Και είμαι ξανά εδώ, ξανά για να πω πως ο κόσμος είναι μικρός και άγνωστος σε σένα και σε μένα. Και όταν τα βήματα σε οδηγήσουν σ’ εκείνο το στενό, το πολυαγαπημένο, το χιλιοπερπατημένο, ξανά σήκω το βλέμμα και ξανά δες, κοίτα τη μορφή που ξεπροβάλλει στη γωνία. Μπορεί να μην την ξέρεις, να φοβάσαι, να μη θέλεις γιατί είναι καινούργια, άγνωστη ακόμα. Πλησίασε όμως και μην ξεχνάς πως βαδίζεις ακόμα στον ίδιο δρόμο, τον αγαπημένο.
Και είμαι ξανά εδώ, ξανά για να διηγηθώ τα δράματα της ηλικίας και του σώματος κι εκείνου που είναι μέσα από το σώμα, αφανές και απόμακρο από τη σκέψη σου, της ρίζας σου, της βάσης, του παντός. Και όσο διηγούμαι θα γράφω, αγαπημένη, για να πάρει μορφή εκείνο που δεν έχει, γιατί ποτέ δεν έπεσα, αγαπημένη και τα χέρια μου, τα δάχτυλα είναι ακόμα στη θέση τους, εκεί που πρέπει, εκεί που τα όρισα να είναι.
Και γεννήθηκα ξανά εδώ, ξανά για να ζήσω κι αν μου έλεγες ν’ αρχίσω απ’ την αρχή, ξανά εδώ θα ερχόμουν. Εδώ που η δύναμη μαζεύεται στη χούφτα. Εδώ που τα χαμόγελα συνεχίζουν να υπάρχουν. Γεννήθηκα ξανά εδώ και ζω την αθανασία μου ως την ημέρα του θανάτου.

Σε σένα που φοβήθηκες και φοβάσαι ακόμη να προχωρήσεις. Η ζωή δεν είναι καταφύγιο, αλλά συνοδοιπόρος. Κι αν εσύ κουραστείς και σταματήσεις, εκείνη ακόμα θα προχωρά, ακούραστη. Κι αν φτάσει στο τέρμα, τερματίζεις κι εσύ. Μονάχα η διαδρομή αξίζει, ας είναι πονεμένη κι άσχημη, μόνο η διαδρομή. Μη φοβάσαι να περπατήσεις. Πριν χρόνια, όταν έκανες δειλά τα πρώτα σου βήματα κι έπεσες και ξανά σηκώθηκες και ξανά έπεσες, μέχρι που έμαθες να στέκεσαι ορθός, το γέλιο κανείς δε στο έσβηνε απ’ τα χείλη. Περπατούσες.

‘Πάντα στον νου σου να ‘χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στο δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.’

(Κ. Π. Καβάφης-Ιθάκη.)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 27

Μη μου λες αντίο...

(Με την ευγενική προσφορά του προφήτη, παραθέτω τις σκέψεις ενός χωρισμού.)

Συγγνώμη θέλω να σου πω, μα φοβάμαι. Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα που σε είδα που με είδες. Συγγνώμη μα δε θα αφήσω αυτό το βράδυ να τελειώσει. Θέλω να μιλήσουμε. Με ξέρεις καλύτερα και από μένα.
Σταματά να κρύβεσαι πίσω από τις λέξεις, άφησε πίσω την αβεβαιότητα, πες κάτι με σιγουριά επιτέλους, μου ζητάς απεγνωσμένα. Συγγνώμη μα τα μάτια σου και πάλι δε με άφησαν να αντιδράσω, να αναπνεύσω.
Συγγνώμη, μα νομίζω πως έχω αγαπήσει τα λάθος μάτια, αυτά που με κάνουν να νιώθω ότι υπάρχω και αυτά που με κάνουν να με μισώ που ζω, που υπάρχω στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου τους για το τώρα για το πάντα.
Τώρα ναι, μάλιστα, μπορούμε, έστω και λίγο, να αφήσουμε τον παράδεισο, που ζούσαμε στην κόλαση που νιώθω τώρα, καθώς απομακρύνομαι, καθώς σου ζητώ συγγνώμη, όμορφη ηλιαχτίδα του πρωινού εκείνου φθινοπώρου της άνοιξης της ψυχής μας , του τέλους μου.
Θυμάμαι ακόμα εκείνη την ουτοπική αγκαλιά, αλλά και εκείνο το υπέροχο χαμόγελο του χθεσινού Απρίλη. Συγγνώμη, μα δε είμαι εγώ. Συγγνώμη, αλλά ένας ψεύτης κατάκτησε την καρδιά σου, τα συναισθήματά σου, για αυτό το λίγο, αντίο όμορφη.

Είναι η τελευταία, ίσως φορά, που γράφω σε αυτό το πρώτο ημερολόγιο.
Είναι η τελευταία φορά, που γράφω για εκείνη τη όμορφη οπτασία του παραμυθιού μου.
Πλέον θα αφήσω τον εαυτό μου να παρασυρθεί μέσα στον κόσμο για να νοιώσω και άλλες διαφορετικές αγκαλιές.
Τελείωσαν όλα με αυτή τη σελίδα αυτού του ημερολογίου. Δε σου χρωστάω τίποτα, δε μου χρωστάς τίποτα. Έξάλλου όσα λαμβάνουμε και όσα αισθανόμαστε είναι όλα παροδικά.
Εγώ αισθάνθηκα, βίωσα, ένιωσα πολλά. Όλα αυτά με άλλαξαν, όμως, τώρα είναι καιρός να γυρίσω στον κόσμο μας. Άνθρωπε, επιστρέφω. Όμως, δε γνωρίζω ακόμα πόσο λιγότερο ή περισσότερο τρελός θα είμαι σε σχέση με πριν, για αυτό άνθρωπε πρέπει να με συγχωρήσεις.
Είμαι και εγώ ένας ακόμα άνθρωπος, τα λάθη μου τα παροδικά τα γνωρίζεις, για αυτό πρέπει να παραβλέψεις, έστω και κατά το ελάχιστο, τις παρανομίες μου, τις ατασθαλίες μου.
Θα κουβαλάω αυτές τις αναμνήσεις που μου χάρισες, μέχρι να γίνει κάτι και να ενωθούμε ξανά.
Φεύγω και αυτό είναι το αντίο ή μάλλον όχι, είναι το γεια σου, θα τα ξαναπούμε σύντομα, όμορφη.
Πόσο σύντομα δε ξέρω, αλλά για πρώτη φορά η βεβαιότητα μου δωρίζει την πεποίθηση, πως θα σε δω ξανά στο μέλλον, που μου έδωσαν οι μοίρες μου, όταν γεννήθηκα, όταν μου εξομολογήθηκαν πως κάποια μέρα θα σε γνωρίσω, για να μου αλλάξεις τη ζωή.
Πριν φύγω σου ζητώ συγγνώμη. Δε θα σου πω ποτέ όμως αντίο. Δε μου αρέσει αυτή η λέξη και δε θα τη χρησιμοποιήσω μέχρι να νοιώσω την ανάγκη ότι θέλω να φύγω από τον κόσμο τούτο.
Θα ζω σε δυο παράλληλους μακρινούς κόσμους στο έναν θα φτιάχνω τα ουτοπικά μου όνειρα και στο άλλο θα ζω μαζί με την αλήθεια των ανθρώπων.
Γεια σου, θα τα πούμε ξανά. Θα τα πούμε όταν νοιώσεις την ανάγκη να μου μιλήσεις, να μάθεις ότι ζω, να μάθω ότι υπάρχεις.
Τώρα πρέπει να φύγω. Θα μιλήσουμε όμως σύντομα. Όταν η ανάγκη ενώσει τους δρόμους μας θα είμαι εκεί για σένα στο παρόν, στο μέλλον και στο παρελθόν.

Κυριακή, Αυγούστου 31

Στο φως της αρχής.



Κάτι τη βασάνιζε εκείνο το βράδυ. Ένιωθε το λαιμό δεμένο σε κόμπο σφιχτό…το στήθος καταπλακωμένο. Ακούμπησε το χέρι της αυτόματα εκεί και ένιωσε την καρδιά της να χτυπά. Χτυπούσε ακόμα. Δυνατά. Σαν να ήθελε κάτι να της πει, κάτι να της δείξει…Πως ήταν παρούσα. Πως κι εκείνη ένιωθε. Όλα ήταν σκοτεινά στο μικρό δωμάτιο. Το τετράγωνο σχήμα του καθρέφτη στα δεξιά λαμπύριζε στο σκοτάδι στο φως των αυτοκινήτων που περνούσαν. Ξαφνικά την προσπερνά ο ήχος μιας μεγάλης, τεράστιας αλήθεια, μηχανής. Έσκισε εκκωφαντικά το δρόμο. Ένα πέταγμα ακούγεται και κάποιος σκύλος γαυγίζει. Κι εκείνη ανοίγει αποφασιστικά το μεγάλο παραθυρόφυλλο και βγαίνει στη βεράντα.
Δροσιά. Πόσο ξεχωρίζει το έξω από το μέσα. Είχε λυτά τα μαλλιά. Έκλεισε τα μάτια και άφησε τον άνεμο να της τα πάρει. Αφέθηκε στα όμορφα χάδια του. Χάδια…Και τότε θυμήθηκε πως ήταν μόνη. Στεκόταν μόνη. Έμπαινε στο δωμάτιο μόνη. Έβγαινε μόνη. Κοιμόταν μόνη. Ονειρευόταν μόνη. Έκλαιγε μόνη. Γελούσε μόνη. Κοίταξε το αριστερό της χέρι. Εκεί άστραφτε ο κόσμος της. Αυτός που κέρδισε και έχασε μέσα σε ένα βράδυ. Να πώς μια βέρα κάνει τη ζωή.
Τινάζει το κεφάλι της ελαφρά, μαζί με τα λυτά μαλλιά, ίσα να φύγουν οι οδυνηρές σκέψεις. Κοιτάζει γύρω της. Σκοτάδι. Κοιτάζει πίσω της. Σκοτάδι. Κοιτάζει ευθεία της. Σκοτάδι. Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει...Τα αστέρια λάμπουν ακόμα...Τίποτα δεν τελείωσε.


Σε σένα, που ψάχνεις μέρα με τη μέρα αυτό το απλωμένο, δυνατό χέρι που θα σε τραβήξει πάνω, μακριά από τις δυστυχίες σου και τα προβλήματά σου κι εκείνο δεν έρχεται ποτέ...Σε σένα που νομίζεις πως κανείς δε σε αγαπάει και η παρουσία σου στη γη δεν αξίζει τίποτα...Σε σένα που λες πως δεν υπάρχει πια τίποτα ζωντανό στον κόσμο σου, πως κανένα φως δε σε λυτρώνει...Κοίταξε ψηλά...Τα αστέρια λάμπουν ακόμα σε σένα....

Σάββατο, Αυγούστου 30

Περί του ανωτάτου συναισθήματος.

Εκεί.
Στην πιο κάτω γωνία, τη μικρή
και την περιφρονημένη.
Άσε με να σε κοιτάζω μόνο
χωρίς τέρμα.
Κι εσύ να με κοιτάς.
Εκεί που μας κρύβει η μικρότητα
και η πλειοψηφία.
Ποτέ μην αποκαλυφθείς
και μην αποκαλύψεις, αγάπη μου,
το ότι σε λατρεύω.
Νιώθω μεγάλη για κρυψώνες
και μικρή
στο ατελείωτο του κόσμου.
Αυτού που μ’ αγαπάει
κι αυτού που με μισεί.
Κρύψε με.
Και μόνο εκεί να μένω.
Στην πιο κάτω γωνία.
Την ασήμαντη.
Τη μόνη.
Και μόνο εκεί, ζωή μου,
να μετράμε σε κομμάτια
την αγάπη μας
Κι από κομμάτια να την ξανακολλάμε
κάτω από σεντόνια
ροζ και μαύρα.
Κι εκεί ν’ αγκαλιαζόμαστε
και να αισθανόμαστε
την καρδιά ο πρώτος του αλλουνού
κι ο δεύτερος του πρώτου.
Δώσε μου τα μάτια σου
για φυλαχτά
που τα χρειάζομαι.
Να μην με τρομάζει το παρόν
το παρελθόν
το μέλλον.
Και πόσα αγκάθια
και πόσα μαχαίρια.
Πόσοι πόλεμοι του ‘είναι’ και του ‘λέγειν’.
Πόσο το ήθελα να ξέρεις
πως το χρόνο μου και το μελάνι
σε σένα τα χαρίζω.
Μόνο για το κράτημα.
Το χρυσοκάστανο φυλαχτό
και τη γέννηση μέσα μου.
Σπίθα.
Φωτιά.
Στάχτη.

Τετάρτη, Ιουλίου 30

Εκεί που η ελπίδα πεθαίνει τελευταία...







Και η μέρα ξεκινά με βόλτα στην Ερμού…Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω?...Τα έχω όλα μαζί μου. Και τίποτα δεν ξεχνώ. Τίποτα δε λείπει από τούτο το μάταιο κόσμο, παρά μόνο η σκέψη και η ύλη της. Τίποτα δε μας λείπει και προχωράμε με το μεγάλο πράσινο κυπαρίσσι στο βάθος. Και όλα λάμπουν. Τεράστιες χρυσαφένιες χαρές ξεπροβάλλουν από βιτρίνες και λες να…αυτό είναι το νόημα των Χριστουγέννων.
Είναι τρομερό, τα χέρια μου πόνεσαν από το βάρος των εμπορευματοποιημένων ευτυχιών που κουβαλάω…εις ένδειξην ελευθερίας και αγάπης, πόσο ήθελα να φτάσει αυτή η μέρα. Και τώρα υποφέρω από το βάρος της…και τουλάχιστον είναι ίσα στον αριθμό…τρία από ‘δω…κι άλλα τρία, έξι…Κούραση και βάρος και συνεχόμενο περπάτημα στον ατελείωτο δρόμο. Τον περιτριγυρισμένο από όλα. Και φτάνουν ψηλά, ακούς? Πολύ ψηλά και το κεφάλι μου δε φτάνει να δει τον ουρανό. Δεν πειράζει όμως, έχω τόσο χρυσάφι στα μάτια μου…Επίθεση από παντού…’Εμπρός πίσω άντρες!…’ φωνάζουν τα μπαλκόνια και σιωπούν μετά σαν να μην είπαν τίποτα. Αυτή είναι η ζωή μας και αυτήν ακούμε όλοι…
Πόσα γέλια, πόσες φωνές, πόσα τραγούδια ακούγονται από εδώ που είμαι…Κόσμος…Κόσμος πολύς και νιώθω κλεισμένη. Ένα χτύπημα…’Συγγνώμη δεσποινίς…’, ‘Δεν πειράζει, κύριε, περάστε…’ Και προχωρώ στη βουβή φυλακή του γέλιου τους…αυτή που με κάνει να νιώθω μόνη και να με τρώει…να με τρώει το παιδί μέσα μου.. ‘Θέλω να φύγω, μαμά’…Τι ήταν αυτό? Η φωνή του απόλυτα συνειδητού υποσυνείδητού μου μεταφέρθηκε παραδίπλα και ακούστηκε…Μια ξανθιά γυναίκα, ετών πέντε, κρατά σφιχτά τη μακριά, ζαχαρί φούστα ενός κοριτσιού, της μαμάς, ετών…Όχι. Α, όχι δε μου το επιτρέπει η αγωγή μου να αναφερθώ στην ηλικία μιας κοριτσίστικης μορφής με ζαχαρί μακριά φούστα, ένα ξανθό πλασματάκι κρεμασμένο απ’ τη δεξιά της μεριά κι ένα πορτοφόλι από την άλλη. Γυρνώ το πάνω μέρος του σώματός μου προς αυτούς και χαμογελώ κοιτάζοντας την κόρη της μαμάς…Με κοιτάζει κι εκείνη και κοκκινίζουν τα μαγουλάκια της γλυκά, όπως πρέπει σε μια σωστή κυρία…
Ίσως τελικά να υπήρξε λύτρωση για σήμερα, αγαπημένη, σιγοψιθύρισα με κλειστά μάτια, φέρνοντας στο μυαλό το ρόδινο χρώμα…Ίσως, αγαπημένη, να μην τελείωσαν όλα…Ναι, το είπα. Το είπα, ανάθεμα την ώρα που το πίστεψα. Και προχώρησα με την υπέροχη σκέψη στο μυαλό κολλημένη, να μη θέλει, να μην την αφήνω να φύγει.
Με την αγανάκτηση αυτή προχώρησα κι άλλο στο μακρύ δρόμο, κι άλλο να δω τι συμβαίνει στις κούκλες γύρω μου, με τα τέλεια σχήματα και κοσμήματα, αυτές που έβλεπα μικρή στους εφιάλτες κι έλεγα όχι…όχι άλλο…Μα μέσα από τις φωνές κάτι άλλο ακούγεται. Κάτι-επιτέλους-μελωδικό, κάτι όμορφο. Κάτι που έκανε το μυαλό μου να ανατριχιάσει από ευχαρίστηση. Μα, ποιος?...Γύρισα και κοίταξα στα μάτια μια φίλη, προσπαθώντας να μάθω ποιος επίγειος άγγελος με σώζει με το ρίγος από την ατέλειωτη μονοτονία…Ποιος?...Και κοίταξα ψηλά, ως εκεί που πήγαινε το μάτι…Και κοίταξα αριστερά, είδα μια μεγάλη βιτρίνα να καθρεφτίζει ανθρώπους…Και κοίταξα δεξιά, είδα άλλη μια να καθρεφτίζει την πρώτη. Πού είναι…? Πες μου, θέλω να μάθω…Θέλω να πάω…Γιατί δεν βλέπω?
Κάτω από το πιο κοντινό υπόστεγο, πίσω από την κολώνα με τις χρωματιστές λάμπες, η ευτυχία μου και ο ιδιοκτήτης της. Λάθος έψαχνες, αγαπημένη…Ποιος επίγειος άγγελος θα είχε είδωλο σε μια γυάλινη βιτρίνα?...Και ποιος ίσως επίγειος άνθρωπος θα είχε αυτό το άκουσμα στα αυτιά μου...? Και ήταν ήδη πολύς ο κόσμος που πίστεψε στον εαυτό του και γύρισε να δει σαν εμένα, γύρισε να ψάξει σαν εμένα, γύρισε να λυπηθεί.
Καθισμένο εκεί, βαθιά χαλαρωμένο και ακουμπισμένο στον τοίχο καθόταν ένα ανθρώπινο σώμα με μελαχρινό δέρμα και κατάμαυρα μάτια. Ακόμα σήμερα αναρωτιέμαι γιατί…Τυλιγμένο σε κάτι παλιόρουχα σε αγαπημένα χρώματα που σκούραιναν ακόμη την όψη του. Αργές κινήσεις και μεγάλη καμπούρα απ’ τα βάρη και δυο χέρια μεγάλα, σαν αυτά που έβλεπα στα άλλα όνειρα, τα όμορφα, να με κρατάνε γερά και να μ’ αγκαλιάζουν, να ο άγγελος μου. Να αυτός που έκανε την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Καθόταν εκεί σκυμμένος κι εγώ τον κοιτούσα από το ύψος μου και ήθελα μόνο να γονατίσω μαζί του. Όμως αυτόν δεν τον ένοιαζα και δεν τον ένοιαξα ποτέ, μια άγνωστη, μια κοινή, μια ακόμη καλοσυνάτη παρουσία που τον λυπήθηκε και σταμάτησε να του πετάξει ένα νόμισμα μπροστά μαζεμένα του πόδια. Στο πλάι του δύο ακόμη σώματα, κουρνιασμένα το ένα στο άλλο και τα τρία μεταξύ τους. Η πλαϊνή κοπέλα με κοίταξε απογοητευμένα. Σε κάθε θόρυβο τίναζε το αδυνατισμένο της κορμί και ανοιγόκλεινε τα ασπρισμένα χείλη, σαν να ‘θελε κάτι να πει, χωρίς όμως τα μέσα πια να εκφράσει τις λυτρωτικές συλλαβές. Η σκέψη της μου φώναζε ‘Γιατί είσαι εσύ?’…Το άκουγα τόσο καθαρά…Και απάντησα σοβαρά και ταραγμένα…’Και ποια θα έπρεπε να είμαι?’…’Έχω χάσει…χάσαμε…γίνε θάνατος κι έλα να με σκεπάσεις με τα μαύρα σου να μην κρυώνω…Έχασα…Έχασα…’
Μου τα είπε και χαμήλωσε ξανά το βλέμμα, εξουθενωμένη από την προσπάθεια της επικοινωνίας, από την εσωτερική αυτοκτονία που την κατέκλυζε σε όλο της το είναι και τη ζέσταινε με την ελπίδα πως μια μέρα απλώς θα τελειώσουν όλα…Κι έτσι απλά μαζεύτηκε κι έγειρε στο μπετό που είχε πίσω της. Ο μελαχρινός άγγελος ήταν εκείνος που της έδινε δύναμη, το έβλεπα…Εκείνος που δεν πονούσε, δεν είχε πια ψυχή να πονέσει, την είχε δώσει, την είχε μοιράσει σε κομμάτια, κλεισμένα σε πλαστικές σακούλες κυλούσαν πια στο αίμα του σα δηλητήριο. Το τελευταίο της κομμάτι το είχε σε μια θήκη. Φυλαγμένο καλά, ανάμεσα στα υπάρχοντά του, μερικά μεταλλικά κέρματα, ένα πακέτο μισοάδειο με τσιγάρα και μια κιθάρα σε ανοιχτό καφετί χρώμα, το μόνο ανοιχτό χρώμα που κατείχε, αυτήν που τώρα κρατούσε στα μεγάλα του χέρια.
Τρία σώματα μαζεμένα μέσα από το νοητό τείχος που τους χώριζε από εμάς. Εμάς τους ανθρώπους, τους ζεστούς, τους ευσεβείς, τους τίμιους. Εμάς που το δέρμα και η ψυχή μας είναι καθαρά από πληγές. Εμάς που η καρδιά μας έχει ακόμα δύναμη, θέληση για ζωή. Που κανείς μας δεν αναγκάστηκε ποτέ να πειραματιστεί με την ψυχή του μαθαίνοντας στο δημοτικό την διαίρεση… Και τώρα αυτό το τείχος έπαιρνε μορφή…συμπυκνωνόταν…δεκάδες άνθρωποι, σαν εμένα κι εσένα, κατέφτασαν να παρακολουθήσουν την παράσταση, να συγκινηθούν και να κλάψουν, να πουν ξανά και ξανά στον εαυτό τους…να τον πείσουν με τη δυστυχία των άλλων για τη δική τους ευτυχία…
Και καθώς η φωνή του αγγέλου μου διαπερνούσε τον κόσμο όλο, σκουντήματα και λυγμοί αποσπούσαν την προσοχή μου από τα χείλη του, που με δυσκολία κινούσε, που όμως είχαν τόση δύναμη…Ένας άνθρωπος, μόνος και δυο σκιές, έφεραν ένα κοπάδι άγριων ζώων σε κατάσταση χαλασμού…Μάτια και θάλασσα ήταν ένα…Κι όμως δεν άφησα ούτε μια σταγόνα δάκρυ να βγει από μέσα μου, δεν θα θόλωνα τα μάτια μου, δεν θα διέκοπτα την επαφή μου με τον άγγελό μου…Προσηλωμένη. Υπνωτισμένη παρακολουθούσα το στόμα του να κινείται και να βγάζει ψυχή, το σώμα του να κινείται ρυθμικά και να τρέμει…από συγκίνηση…από κρύο…από αγανάκτηση…Τα μακριά του δάχτυλα να χαϊδεύουν με τέχνη τις χορδές της κιθάρας, αυτήν που κρατούσε, σα μωρό, σαν αγάπη, σαν τη μόνη γυναίκα που αγάπησε ή πρόλαβε να αγαπήσει όσο ζούσε ακόμα…Δεν υπήρχε κανείς να τον νικήσει πια. Είχε την αγάπη του στην αγκαλιά και το θάνατο δίπλα. Η κοπέλα σήκωσε αργά το χέρι και ένα κομμάτι ύφασμα παραμέρισε και αποκάλυψε τις βαθιές της πληγές…Ένα δέρμα πια σάπιο, χαλασμένο, κατεστραμμένο, χωρίς συνοχή, χωρίς ομορφιά, μόνο γεμάτο πληγές και ξεραμένο αίμα εδώ κι εκεί. Εκείνο που είχε χάσει, εκείνο που είχε δώσει για να σωθεί από τον πόνο. Που την έκανε σήμερα να μοιάζει σκιάχτρο σε κίνηση. Αργή κίνηση, εξαντλημένη. Ανύπαρκτη κίνηση. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά χωρίς τη θέλησή μου και όχι…όχι δε θ’ αφήσω δάκρυα να κυλήσουν…ούτε καν να πλησιάσουν στην έξοδο…
Έκλεισα τα μάτια για να διώξω την εικόνα…Κι έμεινε ο ήχος…Ο ήχος του αγγέλου μου. Μαζί με ψιθύρους και αναστεναγμούς από τη δικιά μου μεριά του τείχους, άκουσα βαθιά μέσα μου τα λόγια που τραγουδούσε…Λόγια…λόγια…λόγια ψεύτικα…Και ήρθε σαν κύμα η απογοήτευση, το απόλυτο αδιέξοδο, η αλήθεια. Ο πόνος και η απελπισία με κατέκλυσαν. Δεν υπάρχει έλεγχος…Δεν υπάρχει σωτηρία πουθενά…Και ξαφνικά ένιωσα τον εαυτό μου έξω από όλα, πως έκανα βήματα, πως περνούσα αποφασιστικά το τείχος…Και τότε σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε. Το βλέμμα του βυθίστηκε στο δικό μου. Για ώρες, μέρες, χρόνια, δε μ’ ένοιαζε τίποτα. Με ξεχώρισε…με κατάλαβε…Άφησα το δάκρυ να κυλήσει στα μάτια μου και τον κοιτούσα σιωπηλά που με κοιτούσε κι έκλαιγε με τη φωνή…Ένιωθα ξεχωριστή από τους άλλους…Με είχε κοιτάξει…με είχε δει…μόνο αυτό ήθελα, με όλο μου το είναι.
Άκουσα τη συγχορδία του τέλους και οι λυγμοί άρχισαν να απομακρύνονται ένας ένας…Τόσο εύκολα, βλέπεις?...Εγκατέλειψαν, δεν άντεχαν να δουν, δεν άντεχαν να μείνουν κοντά του, στη δύναμη της απόλυτης δυστυχίας του, στην άλλη διάσταση, την ανεξήγητη. Ένιωσα χέρια να με τραβάνε προς την αντίθετη κατεύθυνση…Και τα μάτια του προς τη δική του. Πρέπει να φύγω…του είπα με τα μάτια μου κι εκείνος μόνο με κοιτούσε που πάλευα να μείνω κοντά του, ανέκφραστος, αμίλητος, ακίνητος. Όχι, μην με παίρνετε μακριά του…δε θέλω…θέλω να μείνω εδώ, να τον ακούω, να τον βλέπω, να τον νιώθω ζωντανό…Άκουσα τις φωνές τους να μου λένε να φύγουμε, τελείωσε, θα ξανάρθουμε αργότερα…Κι όμως…Αργότερα ποιος ξέρει αν θα ήταν ακόμα εδώ κι αν ίσως τον είχε καταπιεί ο Παράδεισος που είχε μέσα του…
Τα πόδια μου αναγκάστηκαν να κινηθούν, μακριά του, μακριά απ’ την πανέμορφη εικόνα του…Τι να έλεγα?...Πες μου, τι?...Χωρίς να το σκεφτώ το είπα, χωρίς συναίσθηση, χωρίς να είναι η απόλυτη αλήθεια μου…’Είσαι πολύ καλός τραγουδιστής…μην εγκαταλείψεις ποτέ…’. Κι εκείνος μόνο κοιτούσε που απομακρυνόμουν, μη έχοντας τη δύναμη, τη θέληση να απαντήσει…Η εικόνα του μίκραινε όσο έφευγα και τον έβλεπα ακόμα εκεί, να σκέφτεται…ίσως…μακάρι...τα λόγια μου. Μην εγκαταλείπεις…

Αφιερωμένο στην προσπάθεια για ζωή και σε όλους όσους την κάνουν καθημερινά. Ο Παράδεισος γίνεται εύκολα επίγειος, αρκεί να βρεις το θέλω και τον τρόπο. Όλα είναι μέσα σου και τίποτα στους άλλους. Μην περιμένεις ποτέ κανέναν για να τον ψάξεις. Μόνο εσύ ξέρεις πού είναι ο άγγελός σου και πώς θα τον βρεις. Ζήσε τη ζωή στην κάθε της λεπτομέρεια και μην αφήνεις τίποτα απαρατήρητο. Μη συμβιβάζεσαι. Μην αποστασιοποιείσαι. Μη χτίζεις τείχη γύρω σου. Ο κόσμος είναι ένας και είναι δικός σου. Τον αξίζεις όσο σε αξίζει. Μη φύγεις. Μην τα παρατήσεις. Μην πεις πως δεν αντέχεις. Μην πάψεις να ελπίζεις στις μέρες που έρχονται. Ποτέ. Ποτέ μην κάνεις πίσω. Μην εγκαταλείπεις…

Τρίτη, Ιουλίου 29

Για σένα που δεν είσαι...




Είμαι πάλι εδώ και γράφω. Για ‘σένα. Μόνο για ‘σένα.. Δεν ξέρω ποιος είσαι ούτε τι θέλεις από μένα ούτε τι μπορείς να κάνεις. Εγώ απλά σ’ αγαπώ με όλη μου την ψυχή και ας είσαι αγέρας, ας είσαι ο βορράς που κάνει τα μάτια μου να μισοκλείνουν στο πέρασμά του. Είσαι τα πάντα για μένα. Εσύ, εσύ, εσύ. Εσύ που είσαι αόρατος στα μάτια μου και κάπου ταξιδεύεις ψάχνοντάς με. Εσύ που πήρες τη ζωή μου και την έκανες δική σου. Εσύ που για χάρη σου δε γεννήθηκα ποτέ, αλλά παρέμεινα κι εγώ αόρατη στη συντροφιά της μελωδίας σου. Για ΄σένα.
Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν. Μόνο εσένα και μόνο εσένα. Σ’ αγαπώ γιατί το νιώθω σαν τραγούδι μελαγχολικό που πασχίζει να βρει ελευθερία μέσ’ απ’ τα χείλη μου και αντί γι’ αυτό βγαίνει στα μάτια μου λευκό ποτάμι και θυσιάζεται για σένα και μόνο για σένα. Πόσο σε φοβάμαι. Πόσο φοβάμαι μήπως όταν φύγεις πεθάνω και δεν έχω πια τρόπο να χύνω δάκρυα για σένα. Πόσο φοβάμαι πως το σπαθί που με λυτρώνει μου το πάρεις και γίνω ένα με τη γη και το χορτάρι και σέρνομαι πονώντας απ’ το βαθύ σου χτύπημα. Αυτή είμαι και αυτός είσαι και αυτοί είμαστε. Για σένα γράφω. Μόνο για σένα.
Για σένα περνούν οι μέρες μου, η μία μετά την άλλη, χωρίς τελειωμό, χωρίς έλεος. Για σένα αφήνω τα πρωινά μου να ξημερώνουν και για σένα παρατηρώ το ροδοκόκκινο χρώμα τ’ ουρανού ν΄ ανθίζει. Γιατί είσαι εκεί και εδώ και παντού γύρω μου, σαν τους κόκκους σκόνης που πλανιούνται στον αέρα μας, χωρίς λόγο και αιτία, απλά σ’ αγαπώ και ζω για σένα. Ζω για να σου χαρίζομαι και τα λόγια σταματούν εδώ. Είσαι το είναι μου και η μόνη αλήθεια που γνώρισα ποτέ μου.
Αυτός είσαι εσύ κι αν σε χάσω χάθηκα. Αυτός είσαι εσύ και όταν σε βλέπω ο αβάσταχτος πόνος με γεμίζει γλυκά και με καίει. Ποτέ, ποτέ μη μ’ αφήσεις να καώ αγάπη μου, μόνο άσε με να καίγομαι αιώνια για σένα. Άσε με μόνο να πεθαίνω για σένα σε κάθε ξημέρωμα και τις νύχτες να είσαι η κραυγή μου στο σκοτάδι. Αντέχω, αγάπη μου, αντέχω. Μόνο για σένα.
Δεν έχω τίποτε άλλο να πω παρά αυτά. Δεν υπάρχουν λέξεις να πουν αυτά που λέει η ψυχή μου για σένα. Είσαι βουνό και είμαι αετός. Είσαι κόλπος και είμαι ψάρι. Είσαι η ζωή μου και είμαι ο άγγελός σου. Ως το τέλος. Ως το τέλος μας. Ως το τέλος του κόσμου. Θα κλαίω και θα κλαίω. Μόνο για σένα…

...Κοιτάζοντας τη ζωή...


Καθισμένη...ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον...με τα μάτια στον ουρανό και τα χέρια στο χαρτί...κάνω λέξεις τις σκέψεις και γράφω...
Κοιτάζω ψηλά. Πάντα ψηλά. Και βλέπω αχανή σύννεφα να κινούνται εδώ κι εκεί με τον άνεμο, σαν να τρέχουν κάτι να προφτάσουν, σαν να μην έχουν όρια σαν εμάς, σαν να είναι εκεί για να μας θυμίζουν πού βρίσκεται η ελευθερία και πού η κόλαση του μυαλού. Βλέπω χελιδόνια και αεροπλάνα να πετούν. Βλέπω έναν ήλιο τεράστιο, προκλητικά όμορφο. Οι τέλειες συμμετρίες του δε φτιάχνονται από ανθρώπινο χέρι…τα μάτια μου δεν αντέχουν τη λαμπρότητά του και γυρνούν…Δίπλα μου ένα παιδί σφύζει από περηφάνια με τα μάτια στραμμένα σ’ ένα κομμάτι χαρτί που κρατά στο χέρι. Εκεί είναι η σημερινή του δημιουργία, το μπογιάτινο σπίτι και τα λουλούδια και τα δέντρα. Και ο ήλιος του σχεδιασμένος προσεκτικά από το παιδικό χεράκι, κίτρινος με ακτίνες πορτοκαλί. Ολόισιες, μεγάλες. Κάπου εξέχει το χρώμα από τη γραμμή και χαρίζει στην εικόνα μεγαλείο.
Ευθεία μου είναι η θάλασσα. Η γαλάζια και η μπλε, με τις χίλιες αποχρώσεις και τα χίλια αστέρια να λαμπυρίζουν στα κύματά της. Στα δεξιά μου άσπρος αφρός, στ’ αριστερά μου βράχια. Και μπροστά μου η βάρκα του Αντώνη χορεύει στο δικό της ρυθμό. Στάλες αλατόνερου ξεχύνονται πάνω της καθώς κινείται και η σημαία στην πλώρη δίνει τους δικούς της κυματισμούς, απόλυτα εναρμονισμένη με το περιβάλλον της. Κλείνω τα μάτια και ακούω τα νερά καλύτερα απ’ όσο τα βλέπω. Και θέτω σε λειτουργία όλες τις αισθήσεις μου μαζί, καμία να μην μείνει, καμία να μη χάσει το τέλειο τούτο μάγεμα.
Πίσω μου φωνές παιδιών. Παιδιά που παίζουν και γελάνε και κοιτάζουν τη ζωή κατάματα, χωρίς να τη φοβούνται. Παιδιά που εύχονται να είχαν ένα μεγάλο παγωτό και ειρήνη στον κόσμο. Κοντά μου δυο άνθρωποι σοφοί και κουρασμένοι, αυτοί που αποκαλούνται απ’ τους πολλούς ‘τρίτη ηλικία’. Εκείνη με το λουλουδάτο φόρεμα και το ψάθινο καπέλο. Εκείνος με τη γραβάτα σφιχτά δεμένη και το χαμόγελο κρυμμένο στο μουστάκι. Κοιτάζουν μπροστά, το μέλλον τους, το μπλε χρώμα, με τα χέρια τους το ένα πάνω στ’ άλλο.
Κι εγώ ανάμεσά τους. Κοιτάζω και κατανοώ. Συγκινούμαι. Κινώ το χέρι μου με τέχνη στο χαρτί και γράφω λόγια για εκείνους. Τους πίσω και τους μπροστά. Και αυτούς που τώρα έχουν τα μάτια τους στις σπίθες του νερού. Και αυτούς που κοιτάζουν τον ουρανό νοσταλγώντας. Σ’ αυτούς που κάνουν και τελειώνουν τη ζωή μου.
 

Missing You Blogger Template