Δευτέρα, Νοεμβρίου 17

17 Νοέμβρη

videoΉθελα απλά να σου πω καληνύχτα. Ύστερα από τη σημερινή μέρα θα είσαι κουρασμένος. Το βλέπω στα μάτια σου, το ακούω στη φωνή σου. Κουρασμένος…Όχι, μη λες απαρηγόρητος. Όχι, μη λες τελειωμένος. Κουρασμένος.
Κι εγώ είμαι. Δεν κοιμήθηκα, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι αυτά που μου είπες εσύ, αυτά που έγιναν κι αυτά που θα γίνουν. Εκείνα που θέλησα να αλλάξω. Με μάτια ορθάνοιχτα είδα ένα όνειρο. Πως κοιτούσα ψηλά και έμενα στα λευκά και στα γαλάζια. Πως ήμουν ζεστή και δε φοβόμουν μην κρυώσω. Ήμουν στον ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, μπροστά στον ήλιο και πιο ψηλά, με τους αγγέλους, με τις δικαιωμένες καρδιές.
Και όταν ξύπνησα ήμουν ξανά στη γη, αυτήν που μου έδωσες εσύ, αυτήν που πρόδωσες. Ένιωσα τα χέρια μου να σφίγγουν τις γροθιές τους, τα χείλη μου να σουφρώνουν. Κοίταξα το όνειρο και κοίταξα κι εσένα. Και είπα γιατί. Στο είπα. Και ήταν ερώτηση με απάντηση μαζί.
Πόσο απέχει το όνειρό μου από σένα? Γιατί απέχει? Ποιος έφταιξε? Εγώ? Εσύ? Και οι δυο? Δεν ήθελα πολλά. Ήθελα απλά να σου πω καληνύχτα και να κοιμηθώ βαθιά. Μα δε με άφησες. Τρέμει η ψυχή μου απ’ το θυμό. Ακούω μελωδίες και φωνές, δε με νοιάζουν. Μου πήρες το όνειρο. Γιατί? Θέλω να κλάψω. Γιατί? Γιατί δε γελάω? Γιατί δεν είμαι ελεύθερη?
Εσύ που μου υποσχέθηκες. Εσύ που μου είπες θα είσαι εδώ. Εσύ που μου κρατούσες το χέρι, τώρα έφυγες. Νόμιζα πως είχαμε σωθεί. Μα τι σημασία έχουν αυτά που νόμιζα…
Η ζωή μου είναι το φως. Το όνειρο. Η νέα μέρα στο παράθυρο. Και έχω τα πατζούρια κλειστά. Μέρες, μήνες, χρόνια τώρα. Το μέσα μου πια καίγεται, το ζώνουν οι φλόγες. Άνοιξε, ξεκλείδωσε, κάψε τα πατζούρια.
Γιατί? Γιατί εσύ και όχι εγώ? Γιατί εγώ και όχι εσύ? Γιατί όχι και οι δυο μαζί? Γιατί χάθηκε το χέρι σου εκείνο το βράδυ? Εμείς που ονειρευτήκαμε. Και σήμερα ονειρεύομαι εγώ μονάχα.
17 Νοέμβρη γράφω ιστορία. Καληνύχτα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 1

Γέννηση.

Κι επέστρεψα ξανά εδώ, ξανά να βρεθώ ανάμεσα στ’ αγαπημένα. Πού ήσουν τόσες μέρες, μήνες…Πού ήσουν τόσον καιρό, αγαπημένη και γιατί? Γιατί άφησες ξανά τον εαυτό σου να χαθεί, γιατί σταμάτησε εκείνο το ορμητικό νερό να είναι η απόλαυση της ελευθερίας σου, παρά έμεινε να γίνεται το βάρος, εκείνο που σε τραβούσε από ‘κει….Όχι, από ‘κει….Όχι, από ‘κει…
Κι επέστρεψα ξανά εδώ, ξανά για να αποδείξω πως η ζωή δεν σταματά στα λάθη, η ψυχή δεν πληγώνεται στον πόνο, παρά μόνο κομμάτι κομμάτι συσσωρεύεται, ρίχνει απαλά το βελούδινο σεντόνι και σκεπάζεται και ξυπνά το πρωί αγέρωχη, μεγάλη, πέτρινη. Και καθώς τεντώνει το καταρρακωμένο της κορμί και μαζεύει τα μαλλιά σε κότσο του αυχένα, τα μάτια της στρέφονται ξανά στον ήλιο, στη ζέστη, στο φως, καλημέρα, καλό κουράγιο.
Και είμαι ξανά εδώ, ξανά για να πω πως ο κόσμος είναι μικρός και άγνωστος σε σένα και σε μένα. Και όταν τα βήματα σε οδηγήσουν σ’ εκείνο το στενό, το πολυαγαπημένο, το χιλιοπερπατημένο, ξανά σήκω το βλέμμα και ξανά δες, κοίτα τη μορφή που ξεπροβάλλει στη γωνία. Μπορεί να μην την ξέρεις, να φοβάσαι, να μη θέλεις γιατί είναι καινούργια, άγνωστη ακόμα. Πλησίασε όμως και μην ξεχνάς πως βαδίζεις ακόμα στον ίδιο δρόμο, τον αγαπημένο.
Και είμαι ξανά εδώ, ξανά για να διηγηθώ τα δράματα της ηλικίας και του σώματος κι εκείνου που είναι μέσα από το σώμα, αφανές και απόμακρο από τη σκέψη σου, της ρίζας σου, της βάσης, του παντός. Και όσο διηγούμαι θα γράφω, αγαπημένη, για να πάρει μορφή εκείνο που δεν έχει, γιατί ποτέ δεν έπεσα, αγαπημένη και τα χέρια μου, τα δάχτυλα είναι ακόμα στη θέση τους, εκεί που πρέπει, εκεί που τα όρισα να είναι.
Και γεννήθηκα ξανά εδώ, ξανά για να ζήσω κι αν μου έλεγες ν’ αρχίσω απ’ την αρχή, ξανά εδώ θα ερχόμουν. Εδώ που η δύναμη μαζεύεται στη χούφτα. Εδώ που τα χαμόγελα συνεχίζουν να υπάρχουν. Γεννήθηκα ξανά εδώ και ζω την αθανασία μου ως την ημέρα του θανάτου.

Σε σένα που φοβήθηκες και φοβάσαι ακόμη να προχωρήσεις. Η ζωή δεν είναι καταφύγιο, αλλά συνοδοιπόρος. Κι αν εσύ κουραστείς και σταματήσεις, εκείνη ακόμα θα προχωρά, ακούραστη. Κι αν φτάσει στο τέρμα, τερματίζεις κι εσύ. Μονάχα η διαδρομή αξίζει, ας είναι πονεμένη κι άσχημη, μόνο η διαδρομή. Μη φοβάσαι να περπατήσεις. Πριν χρόνια, όταν έκανες δειλά τα πρώτα σου βήματα κι έπεσες και ξανά σηκώθηκες και ξανά έπεσες, μέχρι που έμαθες να στέκεσαι ορθός, το γέλιο κανείς δε στο έσβηνε απ’ τα χείλη. Περπατούσες.

‘Πάντα στον νου σου να ‘χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στο δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.’

(Κ. Π. Καβάφης-Ιθάκη.)
 

Missing You Blogger Template