Απ’ το χαμόγελο στα χείλη της θαρρώ, πως σε άλλους κόσμους ταξιδεύει, σε κόσμους βουτηγμένους σε βαθύ μπλε και μωβ χρώμα, λουσμένους ουράνια αστερόσκονη. Βηματίζει στο ρυθμό μιας μουσικής, στις χορδές κάποιας άρπας, που δάχτυλα τις παίζουν με τέχνη κι αρμονία, αντηχεί στα δωμάτια των ονείρων της. Το φόρεμά της είναι μακρύ κι αόρατο, τί σημασία έχουν τα ρούχα, όταν σε δρόμους απείρου περπατάς…
Στο χέρι της κρατά ένα μικρό πάνινο χεράκι, σαν από παραμύθι βγαλμένο. Το κράτημα σφιχτό, σαν εκείνα στις καλύτερες φιλίες που πονάνε. Αγκαλιάζονται κι αφήνονται, στη μουσική που διαπερνά τις καρδιές τους, που τους συνοδεύει στα πρώτα τους χορευτικά βήματα…Τι είναι?...Κανείς δεν ξέρει. Αγκαλιάζονται και στριφογυρνούν μαζί, κάπου εκεί ψηλά, μακριά. Όμορφο να τους βλέπει κανείς και υπέροχο να τους νιώθει, αφημένους στη γιορτή της μελωδίας τους, ο ένας στον άλλο. Διαρκεί λίγο, λίγες στιγμές μονάχα στην αιωνιότητα. Μα η γεύση του θα μείνει στα πρόσωπά τους…
Ο βελούδινος ήχος της άρπας απομακρύνεται αργά και τα δυο χέρια ενώνονται ξανά σε μια νέα αγωνία…Το μπλε ξεθωριάζει κι η γαλήνη μένει…Μέσα απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο τρυπώνουν παιχνιδιάρικα πιτσίλες από χρώματα κόκκινα και χρυσαφί, έτοιμα να λούσουν τα ξεθωριασμένα όνειρα…Μα ςςςς, ησυχία τώρα…Μια νεαρή δεσποινίδα ξυπνά…
